Ενδομητρίωση

Η ενδομητρίωση είναι μια γυναικολογική πάθηση κατά την οποία ιστός που μοιάζει και συμπεριφέρεται όπως το ενδομήτριο αναπτύσσεται σε περιοχές εκτός της μήτρας. Αποτελεί σχετικά συχνή κατάσταση και αφορά περίπου 1-2 % των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας, αλλά ειδικά στις γυναίκες με υπογονιμότητα η συχνότητα είναι 20 φορές μεγαλύτερη.

Τις περισσότερες φορές ο έκτοπος ενδομητρικός ιστός εμφανίζεται σε όργανα όπως οι ωοθήκες, οι σάλπιγγες, το περιτόναιο και το έντερο χωρίς να αποκλείονται και πιο σπάνιες εστίες όπως ο ομφαλός, η ουροδόχος κύστη, μετεγχειρητικές ουλές ακόμη και ο πνεύμονας. Όπως και το πραγματικό ενδομήτριο, έτσι και το έκτοπο απαντά στις κυκλικές ορμονικές μεταβολές και αιμορραγεί κατά την έμμηνο ρύση, γεγονός που μπορεί να εξηγήσει πολλές από τις κλινικές εκδηλώσεις της πάθησης.

Συμπτωματολογία

Αντιμετώπιση

Δυστυχώς οι γυναίκες που πάσχουν από ενδομητρίωση δεν μπορούν να απαλλαγούν οριστικά από αυτήν καθώς μέχρι σήμερα έχουμε καταφέρει να αναπτύξουμε μόνο συμπτωματικές θεραπείες που ανακουφίζουν από τον πόνο ή βελτιώνουν την υπογονιμότητα.

Έτσι λοιπόν η αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης μπορεί να είναι φαρμακευτική ή χειρουργική και η επιλογή εξαρτάται από παράγοντες όπως η ηλικία, τα συμπτώματα και ο προγραμματισμός για εγκυμοσύνη.

Τα φάρμακα που μπορεί κατά περίπτωση να δοθούν είναι διάφορα παυσίπονα, αντισυλληπτικά, σκευάσματα προγεστερόνης ή δαναζόλη. Σαν θεραπεία «δεύτερης γραμμής» χρησιμοποιούνται ενέσιμες γοναδοτροπίνες οι οποίες προκαλούν πτώση των επιπέδων των ορμονών και ουσιαστικά μια φαρμακευτική εμμηνόπαυση που έχει σαν αποτέλεσμα να μειωθούν οι έκτοπες ενδομητριωσικές εστίες. Τέτοιου είδους θεραπείες  χορηγούνται για διάστημα 3-6 μηνών.

Η χειρουργική θεραπεία συνήθως επιφυλάσσεται για γυναίκες με βαριά ενδομητρίωση ή/και προβλήματα υπογονιμότητας. Συνήθως γίνεται με λαπαροσκοπική μέθοδο και γίνεται προσπάθεια να καταστραφούν όλες οι εμφανείς εστίες ενδομητρίωσης. Σε περιπτώσεις με εκτεταμένες συμφύσεις όπου είναι αδύνατη η λαπαροσκόπηση μπορεί να επιλεγεί και λαπαροτομία.