Προγεννητικός Έλεγχος

Προγεννητικός έλεγχος ονομάζεται μια ομάδα εξετάσεων που γίνεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την υγεία της εγκύου και του εμβρύου. Τα αποτελέσματα του προγεννητικού ελέγχου θα βοηθήσουν στην παρακολούθηση της ομαλής πορείας της κύησης αλλά και στην έγκαιρη διάγνωση τυχόν παθολογικών καταστάσεων που μπορεί να την επιπλέξουν.

Γενική εξέταση αίματος

Η γενική εξέταση αίματος είναι ίσως η βασικότερη εξέταση αίματος και μας προσφέρει πολύτιμες διαγνωστικές πληροφορίες. Ενδεικτικά αναφέρονται:
Ερυθρά αιμοσφαίρια (RBC)
 Τα ερυθρά αιμοσφαίρια είναι τύπος κυττάρων του αίματος και παράγονται από το μυελό των οστών. Είναι υπεύθυνα για τη μεταφορά του οξυγόνου από τους πνεύμονες στα κύτταρα και τη μεταφορά του διοξειδίου του άνθρακα από τα κύτταρα στους πνεύμονες. Μειωμένος αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων μπορεί να υποδεικνύει αναιμία, μεταβολικό σύνδρομο, ανεπάρκεια του μυελού των οστών κ.α Αυξημένος αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων μπορεί να υποδεικνύει συγγενή καρδιακή νόσο, αποφρακτική πνευμονική νόσο, νεφρική νόσο κ.α
Αιματοκρίτης (Ht)
Είναι η εκατοστιαία αναλογία του όγκου των ερυθρών αιμοσφαιρίων στον συνολικό όγκο του αίματος. Για παράδειγμα, μια τιμή αιματοκρίτη 40% σημαίνει πως υπάρχουν 40ml ερυθρών αιμοσφαιρίων σε 100ml αίματος. Ο χαμηλός αιματοκρίτης είναι ενδεικτικός αναιμίας. Καταστάσεις που συνδέονται με χαμηλό αιματοκρίτη είναι η απώλεια αίματος, αιμόλυση, ανεπάρκεια θρεπτικών ουσιών, υποσιτισμός κ.α
Η πιο συνηθισμένη αιτία υψηλού αιματοκρίτη είναι η αφυδάτωση και με την πρόσληψη επαρκούς ποσότητας υγρών επιστρέφει σε φυσιολογικές τιμές. Άλλες αιτίες είναι η ερυθροκυττάρωση, η χρήση αναβολικών, καρδιακή νόσος κ.α
Αιμοσφαιρίνη (Hb)
Πρωτεϊνη των ερυθρών αιμοσφαιρίων που δεσμεύει και μεταφέρει το οξυγόνο.
Αιμοπετάλια (PLT)
Σημαντικό ρόλο στην πήξη του αίματος και την αιμόσταση
Λευκά αιμοσφαίρια (WBC)
Σημαντικό ρόλο στην άμυνα του οργανισμού κατά των λοιμώξεων.

Ομάδα αίματος & παράγοντας Rhesus

Τα ερυθρά αιμοσφαίρια έχουν δείκτες, ή αλλιώς αντιγόνα, στην επιφάνεια των κυττάρων τους βάσει των οποίων προσδιορίζεται η ομάδα αίματος. Τα δύο προσδιοριστικά αντιγόνα είναι τα αντιγόνα Α και Β. Οι άνθρωποι των οποίων τα ερυθρά αιμοσφαίρια έχουν αντιγόνα Α θεωρείται πως έχουν ομάδα αίματος Α, εκείνοι με αντιγόνα Β έχουν ομάδα Β, εκείνοι με αντιγόνα Α και Β έχουν ομάδα ΑΒ ενώ εκείνοι που δεν έχουν κανένα αντιγόνο, θεωρείται ότι έχουν ομάδα αίματος Ο.
Ένα άλλο σημαντικό σύστημα ομαδοποίησης είναι το Ρέζους (Rhesus). Εάν το αντιγόνο D είναι παρόν στην επιφάνεια των ερυθρών αιμοσφαιρίων, τότε ο τύπος αίματος του ατόμου είναι Rhesus (+) θετικό, αν είναι απόν τότε ο τύπος είναι Rhesus (-) αρνητικό.

Ηλεκτροφόρηση αιμοσφαιρίνης & τεστ δρεπάνωσης

Με αυτές τις εξετάσεις γίνεται μέτρηση και προσδιορισμός των διαφόρων τύπων αιμοσφαιρίνης με σκοπό τη διάγνωση αιμοσφαιρινοπαθειών, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται η μεσογειακή αναιμία και η δρεπανοκυτταρική αναιμία. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε αν οι γονείς είναι φορείς, αν έχουν το λεγόμενο «στίγμα», καθώς αν φέρουν και οι δύο γονείς το γονίδιο τότε υπάρχει πιθανότητα το έμβρυο να νοσήσει.

Σάκχαρο αίματος

Μετά την κατανάλωση τροφών που περιέχουν υδατάνθρακα, όπως δημητριακά, φρούτα, ζυμαρικά κ.α, ο οργανισμός μας μετατρέπει τους υδατάνθρακες σε γλυκόζη. Η γλυκόζη αποτελεί την κύρια πηγή ενέργειάς μας και η δράση της ρυθμίζεται από την ινσουλίνη, μια ορμόνη που παράγεται από το πάγκρεας.
Ο έλεγχος του σακχάρου κατά την εγκυμοσύνη είναι σημαντικός καθώς ορισμένες ορμόνες που παράγονται από τον πλακούντα, εμποδίζουν τη δράση της ινσουλίνης  και μειώνουν την αποτελεσματικότητά της. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται «αντίσταση στην ινσουλίνη». Σε ορισμένες γυναίκες, το πάγκρεας δεν μπορεί να ανταπεξέλθει και να παράξει αρκετή ινσουλίνη ώστε να αντισταθμίσει αυτή την αντίσταση, με αποτέλεσμα τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα να παραμένουν υψηλά και να εμφανίζεται διαβήτης κύησης.

Αρκετές λοιμώξεις μπορούν να μεταδοθούν στο έμβρυο μέσω της μητέρας κατά την εγκυμοσύνη, τον τοκετό και το θηλασμό. Η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση αυτών των λοιμώξεων είναι ζωτικής σημασίας για την πρόληψη επιπλοκών στο νεογνό.

Αντισώματα ερυθράς

Μία από τις λεγόμενες «παιδικές ασθένειες», η ερυθρά πρόκειται για μια ήπια λοίμωξη που συνήθως παρέρχεται εντός μίας εβδομάδας, ωστόσο κατά τη διάρκεια της κύησης μπορεί να είναι μια σοβαρή κατάσταση καθώς η λοίμωξη μπορεί να μεταδοθεί στο έμβρυο και να προκληθεί το σύνδρομο συγγενούς ερυθράς. Το σύνδρομο συγγενούς ερυθράς μπορεί να διαταράξει την ανάπτυξη του εμβρύου και να προκαλέσει σοβαρές γενετικές ανωμαλίες, όπως ανωμαλίες της καρδιάς, κώφωση, και εγκεφαλικές βλάβες.

Αντισώματα κυτταρομεγαλοϊού

Ο κυτταρομεγαλοϊός είναι ένας κοινός ιός που ανήκει στην οικογένεια του ιού του έρπητα και μολύνει το 50-80% των ενηλίκων μέχρι την ηλικία των 40ετών. Συνήθως δεν προκαλεί εμφανή συμπτώματα σε ενήλικες, ωστόσο σε ένα αναπτυσσόμενο έμβρυο μπορεί να προκαλέσει κώφωση, επιληψία και νοητικές διαταραχές.

Αντισώματα τοξοπλάσματος

Το τοξόπλασμα είναι ένα παράσιτο και τα συμπτώματα της τοξοπλάσμωσης μοιάζουν με αυτά της κοινής γρίπης, είναι πολύ ήπια και μπορεί να περάσουν απαρατήρητα. Στον άνθρωπο μεταδίδεται μέσω των κοπράνων μιας μολυσμένης γάτας, όπως επίσης και μέσω φρούτων και λαχανικών, κυρίως αυτά τα οποία αναπτύχθηκαν σε έδαφος όπου υπάρχουν κόπρανα γάτας. Τέλος το παράσιτο αυτό μεταδίδεται και από την κατανάλωση κρέατος από μολυσμένο ζώο, το οποίο δεν έχει ψηθεί επαρκώς. Αν η λοίμωξη μεταδοθεί στο έμβρυο στα αρχικά στάδια της εγκυμοσύνης, οι συνέπειες είναι εξαιρετικά σοβαρές και περιλαμβάνουν την αποβολή, τον ενδομήτριο θάνατο του εμβρύου σε προχωρημένο στάδιο της κύησης καθώς και ανωμαλίες του εγκεφάλου και των οφθαλμών.

Ηπατίτιδα

Ηπατίτιδα Β
Η ηπατίτιδα Β είναι λοιμώδες νόσημα που οφείλεται στον ιό της ηπατίτιδας Β και διακρίνεται σε δύο μορφές, την οξεία και τη χρόνια ηπατίτιδα. Η οξεία ηπατίτιδα Β εκδηλώνεται μέσα στους πρώτους 6μήνες από τη στιγμή της μετάδοσης του ιού με συμπτώματα όπως κούραση, ανορεξία, αίσθημα βάρους στο δεξιό πάνω τμήμα της κοιλιάς (συκώτι), πυρετός κ.α. Συνήθως η λοίμωξη παρέρχεται εντός μερικών εβδομάδων, ακόμα και χωρίς θεραπεία, και ο ασθενής αποκτά ανοσία στον ιό. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως ο οργανισμός δεν μπορεί να καταπολεμήσει τη λοίμωξη, με αποτέλεσμα αυτή να χρονίζει και ο ασθενής να γίνεται φορέας του ιού εφ’όρου ζωής. Ο ιός μεταδίδεται στο έμβρυο και στις δύο μορφές ηπατίτιδας και τα νεογνά έχουν αυξημένη πιθανότητα να γίνουν χρόνιοι φορείς. Ο κίνδυνος μετάδοσης μειώνεται κατά μεγάλο ποσοστό εάν χορηγηθεί άμεσα μετά τον τοκετό ειδική ανοσοσφαιρίνη και το εμβόλιο.

Ηπατίτιδα C
Ασθενείς με ηπατίτιδα C μπορεί να εμφανίσουν συμπτώματα παρόμοια με αυτά της ηπατίτιδας B ή και να είναι ασυμπτωματικοί. Σε αντίθεση με την ηπατίτιδα B, όπου υπάρχει καλό ποσοστό αυτοϊασης, στην ηπατίτιδα C περίπου το 80% των ασθενών θα γίνουν χρόνιοι φορείς. Η μετάδοση του ιού στο έμβρυο παρατηρείται σε ποσοστό 2-5% και φαίνεται να συσχετίζεται με τα επίπεδα της ιαιμίας τη στιγμή του τοκετού. Το ποσοστό αυτό αυξάνεται σε γυναίκες που είναι ταυτόχρονα φορείς HIV. Δεν υπάρχει προληπτική θεραπεία που να επηρεάζει το ποσοστό μετάδοσης του ιού από τη μητέρα στο νεογνό.

HIV

H λοίμωξη από HIV κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι μια σοβαρή και δυνητικά απειλητική για τη ζωή κατάσταση. Είναι δυνατόν ωστόσο, με συνδυασμούς φαρμάκων να αυξηθεί σημαντικά η διάρκεια και η ποιότητα ζωής των ατόμων με HIV. Ο συνδυασμός αυτών των φαρμακευτικών θεραπειών με την καισαρική τομή και την αποφυγή του θηλασμού, έχει αποδειχθεί αξιοσημείωτα αποτελεσματικός στη μείωση του ποσοστού κάθετης μετάδοσης του HIV.

Σύφιλη

H σύφιλη είναι ένα λοιμώδες νόσημα που προκαλείται από βακτήριο και μεταδίδεται κυρίως σεξουαλικά. Η διάγνωση της σύφιλης είναι συχνά δύσκολη καθώς ο ασθενής μπορεί να είναι ασυμπτωματικός για πολλά χρόνια. Έγκυες γυναίκες που έχουν προσβληθεί από σύφιλη βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για αποβολή, θνησιγενές νεογνό ή πρόωρο τοκετό. Υπάρχει ακόμα ο κίνδυνος της κάθετης μετάδοσης στο έμβρυο, γνωστή και ως συγγενής σύφιλη.
H συγγενής σύφιλη είναι μια κατάσταση δυνητικά απειλητική για τη ζωή. Τα νεογνά με συγγενή σύφιλη μπορεί να παρουσιάζουν παραμορφώσεις, αναπτυξιακές καθυστερήσεις, επιληπτικές κρίσεις κ.π.α.

 

Γενική Ούρων

H  γενική εξέταση ούρων δίνει πληροφορίες όχι μόνο για την καλή λειτουργία του ουροποιητικού συστήματος, αλλά και για την γενική εικόνα του ασθενούς. Ενδεικτικά αναφέρεται:

Πυοσφαίρια
Υπάρχουν πολλά αίτια που μπορεί να προκαλέσουν πυοσφαίρια στα ούρα (πυουρία), με πιο συχνό τις λοιμώξεις. Άλλα αίτια είναι η λιθίαση στο ουροποιητικό, ξένα σώματα, όπως οι καθετήρες της κύστης, ή ειδικές λοιμώξεις όπως η φυματίωση.

Σάκχαρο
Όταν το επίπεδο του σακχάρου στο αίμα είναι πολύ υψηλό, όπως στον αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη, η περίσσεια ποσότητα σακχάρου αποβάλλεται από το σώμα μέσω της ούρησης. Το σάκχαρο μπορεί επίσης να βρεθεί στα ούρα σε περίπτωση νεφρικής νόσου.

Ερυθρά αιμοσφαίρια
Υπό φυσιολογικές συνθήκες,  δεν ανευρίσκονται ερυθρά αιμοσφαίρια στα ούρα. Η παρουσία τους μπορεί να υποδεικνύει φλεγμονή, ασθένεια, ή τραυματισμό σε κάποιο σημείο του ουροποιητικού συστήματος.

 Λεύκωμα
Η παρουσία λευκώματος στα ούρα μπορεί να συνδέεται με καταστάσεις όπως πυρετός, έντονη άσκηση, στρες κ.α και δεν αποτελεί ιδιαίτερα ανησυχητικό εύρημα. Σε περιπτώσεις όμως που υπάρχουν ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα λευκώματος στα ούρα, αυτό μπορεί να είναι σημάδι σοβαρής παθολογίας όπως σακχαρώδης διαβήτης, καρδιακές παθήσεις, υπέρταση, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος κ.α. Στην εγκυμοσύνη, η παρουσία λευκώματος στα ούρα και αυξημένης αρτηριακής πίεσης είναι συμπτώματα προεκλαμψίας.


 

Στα πλαίσια του προγεννητικού ελέγχου πραγματοποιούνται και κάποιες εξειδικευμένες εξετάσεις για να καθοριστεί η πιθανότητα το έμβρυο να πάσχει από γενετική ή συγγενή ανωμαλία. Οι περισσότερες από αυτές τις εξετάσεις είναι μη επεμβατικές και το αποτέλεσμα φανερώνει μονάχα τον κίνδυνο κάποιας παθολογίας, δεν αποτελεί σίγουρη διάγνωση. Εάν βρεθεί πως ο κίνδυνος είναι αυξημένος, συστήνεται η διενέργεια επεμβατικού ελέγχου, όπως η λήψη τροφοβλάστης και η αμνιοπαρακέντηση.   

Α’ τρίμηνο

Αυχενική Διαφάνεια & PAPP-A
Μεταξύ 11ης -14ης εβδομάδας πραγματοποιείται η εξέταση της αυχενικής διαφάνειας. Είναι υπερηχογραφική εξέταση όπου γίνονται μετρήσεις του εμβρύου και κυρίως της αυχενικής διαφάνειας (μέτρηση ποσότητας υποδόριου υγρού στον αυχένα του εμβρύου). Αυξημένο πάχος αυχενικής διαφάνειας συνδέεται με χρωμοσωμικές και γενετικές ανωμαλίες.
Σε συνδυασμό με την μέτρηση της αυχενικής διαφάνειας, γίνεται αιμοληψία από τη μητέρα όπου ελέγχονται τα επίπεδα της πρωτεΐνης PAPP-a και της ελεύθερης β-χοριακής γοναδοτροπίνης. Με αυτόν τον τρόπο, η εγκυρότητα της εξέτασης φτάνει το 90%, με μόλις 3% ψευδώς θετικά αποτελέσματα.

Β’ τρίμηνο 

Α-Τεστ
Μεταξύ 16ης -18ης εβδομάδας πραγματοποιείται συμπληρωματικά το Α-τεστ. Όπως και στην εξέταση της αυχενικής διαφάνειας, γίνονται υπερηχογραφικές μετρήσεις του εμβρύου και μέσω αιμοληψίας από τη μητέρα ελέγχονται τα επίπεδα των αλφα-φετοπρωτεϊνη (AFP), β-χοριακής γοναδοτροπίνης (HCG), και ασύζευκτης οιστριόλης (uE3).